- μάσσω
- μάσσω (AM, Α αττ. τ. μάττω)1. ζυμώνω, πιέζω ζύμη μέσα σε ένα καλούπι, ειδικά για μικρές κρίθινες πίτες που τίς έτρωγαν χωρίς να τίς ψήσουν («οὐδεὶς γὰρ αίῃ με μάττοντ' ἐσθίειν», Αριστοφ.)2. κατεργάζομαι, μαλάσσω, «δουλεύω» κάτι με το χέρι, ζυμώνω φύραμα («μᾱζαν μεμαχότος», Αριστοφ.)3. (κυρίως για σιταρένιο αλεύρι) ζυμώνω («σῑτον μεμαγμένον» — φύραμα έτοιμο από ζυμωμένο σιταρένιο αλεύρι, Θουκ.)4. καθαρίζω, σκουπίζω, σφουγγίζω («νὰ μαχθῇ τὸ αἷμά μου εἰς τὸ καλόν μου χέριν», Αρμούρ.)5. (μέσ. με αιτ.) μάσσομαι, μάττομαικολλιέμαι πάνω σε κάτι και παίρνω τη μορφή και το σχήμα του.[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. μάσσω μπορεί να αναχθεί είτε σε θ. μαγ- (πρβλ. ἐ-μάγ-ην), οπότε ο ενεστ. μάσσω σχηματίστηκε κατά τα ρήματα σε -σσω, είτε σε θ. μακ- (< *μακ-jω, πρβλ. λ. μακαρία), οπότε ο αόριστος ἐμάγην θα θεωρηθεί αναλογικός προς τον παρακμ. μέμαγμαι. Στην πρώτη περίπτωση το ρ. ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *mәĝ- «ζυμώνω, μαλάσσω» (πρβλ. γερμ. machen, αρχ. σαξ. makon «οικοδομώ, κατασκευάζω»), ενώ στη δεύτερη σε ΙΕ ρίζα με έρρινο στοιχείο *menk- «ζυμώνω, μαλάσσω» (πρβλ. γερμ. mengen «αναμιγνύω», αρχ. ινδ. macate «συντρίβω»). Κατ' άλλη άποψη, πρόκειται για μια ρίζα *mәĝ-, τής οποίας άλλη μορφή είναι η ρίζα *māk- (πρβλ. λατ. māceria «περίβολος», mācero «μαλάσσω»).ΠΑΡ. μάγμα, μάζα, μάκτρα, μάκτροαρχ.μαγεύς, μαγίς, μάκρα, μακτήρ, μάκτης, μακτός, μακτρισμόςνεοελλ.μάξις.ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) απομάσσωαρχ.αναμάσσω, διαμάττω, εισμάσσω, εκμάσσω, εναπομάσσω, καταμάσσω, περικαταμάσσω, περιμάττω, προεκμάττω, προμάσσω, προσμάσσω, υπομάττω].
Dictionary of Greek. 2013.